Εικόνες της φύσης

Εικόνες της φύσης
Σέρβου Γορτυνίας-Στη κορυφή Φραντζινέτα, Αύγουστος 2023

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Τραγουδισμένη αμυγδαλιά

 Η αμυγδαλιά κατά την ελληνική μυθολογία ήταν μια  όμορφη πριγκίπισσα που ονομαζόταν Φυλλίς, κόρη ενός βασιλιά της Θράκης. Από τη Θράκη πέρασε ο γιος του Θησέα, Δημοφώντας, επιστρέφοντας με το καράβι του από την Τροία. Οι δύο  νέοι συναντήθηκαν και ερωτεύθηκαν. Τότε  ο βασιλιάς  έδωσε στον Δημοφώντα την κόρη του για γυναίκα  και ένα μέρος του βασιλείου του.

Αφού πέρασε καιρός, ο Δημοφών νοστάλγησε την πατρίδα του την Αθήνα τόσο πολύ, που ζήτησε να πάει εκεί για λίγο διάστημα. Η Φυλλίς συμφώνησε αφού της υποσχέθηκε ότι θα γύριζε πίσω σύντομα και έτσι εκείνος μπήκε στο καράβι του και απέπλευσε. Η Φυλλίς περίμενε για χρόνια την επιστροφή του, αλλά τελικά πέθανε από μαρασμό. Οι θεοί, από οίκτο, μεταμόρφωσαν την Φυλλίδα σε δέντρο, σε αμυγδαλιά, η οποία έγινε σύμβολο της ελπίδας. Ο Δημοφώντας, περιπλανώμενος, και γεμάτος τύψεις, επέστρεψε και βρήκε τη Φυλλίδα, ένα γυμνό δέντρο χωρίς φύλλα και άνθη. Απελπισμένος αγκάλιασε το δέντρο, το οποίο ξαφνικά πλημμύρισε από λουλούδια, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν μπορεί να νικηθεί από το θάνατο.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Ποιήματα και τραγούδια του '40



Μάνα και Γιος
Νικηφόρος Βρεττάκος
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να 'χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες Ελλήνων ..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη.